Σημασία του Καραντάκου | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Καραντάκος
-
γενική ενικού του Καραντάκος genitive, singular
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.