Meaning of Καραγκιόζης | Babel Free
ka.ɾaˈɟo.zisΟρισμοί
- ήρωας του θεάτρου σκιών, δύσμορφος, που περνάει από πολλές κακουχίες και βάσανα, αλλά καταφέρνει να επιβιώσει χάρη στην εξυπνάδα και την καπατσοσύνη του
-
το τουρκικό ή ελληνικό θέατρο σκιών figuratively
-
άνθρωπος γελοίος στην εμφάνιση ή τη συμπεριφορά offensive
-
μια παράσταση θεάτρου σκιών figuratively
- ανδρικό επώνυμο, (θηλυκό Καραγκιόζη)
Ισοδύναμα
English
clown
Παραδείγματα
“Τι θέλει αυτός ο καραγκιόζης;”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.