HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Καραγκιόζης | Babel Free

Noun masculine CEFR C1
ka.ɾaˈɟo.zis

Ορισμοί

  1. ήρωας του θεάτρου σκιών, δύσμορφος, που περνάει από πολλές κακουχίες και βάσανα, αλλά καταφέρνει να επιβιώσει χάρη στην εξυπνάδα και την καπατσοσύνη του
  2. το τουρκικό ή ελληνικό θέατρο σκιών
    figuratively
  3. άνθρωπος γελοίος στην εμφάνιση ή τη συμπεριφορά
    offensive
  4. μια παράσταση θεάτρου σκιών
    figuratively
  5. ανδρικό επώνυμο, (θηλυκό Καραγκιόζη)

Ισοδύναμα

English clown

Παραδείγματα

“Τι θέλει αυτός ο καραγκιόζης;”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Καραγκιόζης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course