HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καρέκλας | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/kaˈɾe.klas/

Ορισμοί

  1. αυτός που κατασκευάζει ή επισκευάζει καρέκλες και άλλα καθίσματα
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. γενική ενικού του καρέκλα
    genitive, singular
  4. που του αρέσει η μουσική ντίσκο (οι «καρέκλες», τα καρεκλάδικα τραγούδια) (στο θηλυκό: καρεκλού)
    slang

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καρέκλας used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course