Meaning of καρέκλας | Babel Free
/kaˈɾe.klas/Ορισμοί
- αυτός που κατασκευάζει ή επισκευάζει καρέκλες και άλλα καθίσματα
- ανδρικό επώνυμο
-
γενική ενικού του καρέκλα genitive, singular
-
που του αρέσει η μουσική ντίσκο (οι «καρέκλες», τα καρεκλάδικα τραγούδια) (στο θηλυκό: καρεκλού) slang
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.