HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καπνεμπορείο | Babel Free

Noun CEFR C1
/ka.pnem.boˈɾi.o/

Ορισμοί

το κατάστημα στο οποίο γίνεται το εμπόριο καπνού, καπνών ή καπνικών προϊόντων

Παραδείγματα

“Σε ηλικία 16 ετών ήρθε στην Αθήνα και δούλεψε στο καπνεμπορείο του Ανδρέα Γαζή στην οδό Ερμού. Εκεί έμαθε την τέχνη και όλα τα απαραίτητα για την ανάμιξη του καπνού. (*)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καπνεμπορείο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course