Meaning of καπιτουλάριο | Babel Free
Ορισμοί
μεσαιωνική ελληνική καπιτουλάριον (δημόσιο κατάστιχο) επίσημο βιβλίο στο οποίο καταγράφονταν πράξεις, είτε κρατικές είτε εκκλησιαστικές
Παραδείγματα
“※ δεν μας είναι γνωστό ούτε το καπιτουλάριο (capitularium) των ρεκτόρων του νησιού , το σύνολο δηλαδή των διατάξεων που κανόνιζαν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά τους, ούτε ή commissio κάποιου ρέκτορα (Χρύσα Α. Μαλτέζου, Ire debeas in rettorem Caneae: η εντολή του δόγη Βενετίας προς τον ρέκτορα Χανίων, 1589, Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών Σπουδών, Βενετία, 2002, σελ. 8)”
“※ Το Καπιτουλάριο του 808 ρυθμίζει τα θέματα στρατολογίας στον αυτοκρατορικό στρατό και αναφέρει φεουδαρχικά υποτελείς επισκόπους και αβάδες (ηγούμενους) που διαθέτουν μεγάλα χαριστικά κτήματα (beneficia) (Ιστορικά, Τόμος 9, Ελευθεροτυπία, 2001, σελ. 45)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.