Meaning of καπηλεία | Babel Free
Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καπηλειό accusative, nominative, plural, vocative
- η ενέργεια του καπηλεύομαι, η ιδιοτελής χρησιμοποίηση ιδεών, ατόμων για επίτευξη οφέλους
- αισχροκέρδεια σε εμπορική συναλλαγή
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.