Meaning of καπελάς | Babel Free
ˈka.pe.lasΟρισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- ο ταβερνιάρης
- αυτός που πουλάει ή επιδιορθώνει καπέλα
Παραδείγματα
“※ Φέρε μας, κάπελα, κρασί/με δυό ποτήρια και μισή (Από το τραγούδι του Απόστολου Χατζηχρήστου σε στίχους του Χαράλαμπου Βασιλειάδη)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.