HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κανιβαλισμός | Babel Free

Noun masculine CEFR C1
/ka.ni.va.liˈzmos/

Ορισμοί

  1. η ανθρωποφαγία, μια τελετουργία διαδεδομένη στις πρωτόγονες φυλές, με σκοπό να αποκτηθούν οι ιδιότητες του νεκρού, να αποκτηθούν μαγικές δυνάμεις και να διατηρηθεί η ενότητα, όταν ο νεκρός ανήκε στην ίδια φυλή, αλλά και να υπάρξει εκδίκηση και οικειοποίηση ξένων ιδιοτήτων, όταν ο νεκρός ανήκε σε ξένη φυλή
  2. η επίθεση ενός ζώου σε άτομα του είδους του, όταν, στη συνέχεια, τα κατατρώει
  3. η συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από αγριότητα, απανθρωπιά κι έλλειψη σεβασμού προς τον άνθρωπο
    figuratively
  4. διάλυση συσκευών

Ισοδύναμα

English Cannibalism

Παραδείγματα

“κανιβαλισμός μεταχειρισμένων αυτοκινήτων”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κανιβαλισμός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course