Meaning of καμπριολέ | Babel Free
Ορισμοί
- ανοιχτός, χωρίς οροφή ή με πτυσσόμενη οροφή (κουκούλα)
-
φαλακρός ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) ironic
Παραδείγματα
“οδηγούσε ένα καμπριολέ”
“οδηγούσε μια καμπριολέ Μερσεντές με την κουκούλα ανεβασμένη (εννοείται το θηλυκό Μερσεντές)”
“άλλες μορφές: κάμπριο”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.