καμπριολέ
Ορισμοί
- ανοιχτός, χωρίς οροφή ή με πτυσσόμενη οροφή (κουκούλα)
-
φαλακρός ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) ironic
Ισοδύναμα
18 more languages
Παραδείγματα
“οδηγούσε ένα καμπριολέ”
“οδηγούσε μια καμπριολέ Μερσεντές με την κουκούλα ανεβασμένη (εννοείται το θηλυκό Μερσεντές)”
“άλλες μορφές: κάμπριο”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free