Meaning of καμμύω | Babel Free
Ορισμοί
- κλείνω τα μάτια από νύστα
- : (καθαρεύουσα)
- : (Χρειάζεται μεταφορά στη μετοχή) ※ Ἐν τούτοις ἐγώ τήν νύκτα ἐκείνην οὔτε νά φάγω ἠμπόρεσα, οὔτε νά κοιμηθῶ. Ἐκοιτόμην εἰς τό στρῶμα μέ καμμυομένους ὀφθαλμούς, ἀλλ' ἔτεινον τά ὦτα προσεκτικά πρός πᾶσαν κίνησιν τῆς μητρός μου, ἡ ὁποία, ὁπως πάντοτε, ἠγρύπνει παρά τό προσκεφάλαιον τῆς ἀσθενοῦς.
Παραδείγματα
“Γεώργιος Βιζυηνός, Τὸ ἁμάρτημα τῆς μητρός μου, 1883”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.