Meaning of καμηλιέρης | Babel Free
/ka.miˈʎe.ɾis/Ορισμοί
- αυτός που οδηγεί καμήλες (ή καραβάνι με καμήλες)
- ανδρικό επώνυμο
Ισοδύναμα
English
camel rider
Παραδείγματα
“※ Η μικρή του καμηλιέρη, αραπίνα από τ’ Αλγέρι | όποιος να τη δει τη θέλει | γιαλελέλι.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.