Meaning of καμαρωτός | Babel Free
/ka.ma.ɾoˈtos/Ορισμοί
- στητός και περήφανος, όλος καμάρι
- που διαθέτει καμάρα, αψιδωτός
Παραδείγματα
“περνούσαν μπροστά μας στην παρέλαση τα παιδάκια του σχολείου καμαρωτά καμαρωτά”
“※ Ούλα έχουνε καμαρωτές πόρτες και παραθύρια κατά το παλαιό σχέδιο. (Φώτης Κόντογλου Η Καρύταινα [διήγημα])”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.