HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καμαρωτός | Babel Free

Adjective CEFR B2
/ka.ma.ɾoˈtos/

Ορισμοί

  1. στητός και περήφανος, όλος καμάρι
  2. που διαθέτει καμάρα, αψιδωτός

Παραδείγματα

“περνούσαν μπροστά μας στην παρέλαση τα παιδάκια του σχολείου καμαρωτά καμαρωτά”
“※ Ούλα έχουνε καμαρωτές πόρτες και παραθύρια κατά το παλαιό σχέδιο. (Φώτης Κόντογλου Η Καρύταινα [διήγημα])”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καμαρωτός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course