Meaning of καλυπτικότητα | Babel Free
Ορισμοί
η ιδιότητα μιας ουσίας (π.χ. χρώματος ή καλλυντικού) να απλώνεται πάνω σε επιφάνεια δημιουργώντας ομοιόμορφο στρώμα που κρύβει το υπόστρωμα
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.