Meaning of καλο- | Babel Free
/ka.lo/Ορισμοί
- πρώτο συνθετικό που δίνει στη σύνθετη λέξη τη σημασία του καλού, του ευχάριστου
- α’ συνθετικό που δείχνει ότι αυτό που δηλώνει το β’ συνθετικό γίνεται καλά, σωστά
Παραδείγματα
“καλορίζικος”
“καλότυχος”
“καλοαναθρεμμένος”
“καλακούω”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.