HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καλλιγραφία | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/ka.li.ɣraˈfi.a/

Ορισμοί

  1. τρόπος γραφής που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη επιμέλεια και καλλιτεχνία
  2. εμμονή σε ανούσιες λεπτομέρειες
    figuratively

Παραδείγματα

“※ «Οἱ Μπουλουκτσῆδες» του κου κ. Καρρά εἶναι ἠθογραφία μέ τήν τετριμμένη ἔννοια τοῦ ὅρου, φωτογραφική, ὄχι ὅμως καί φωνογραφική, γιατί ὁ λόγος του εἶναι κατασκευασμένος, μελετημένος, Τελικά λαϊκίζων φιλολογικός. Ανεκδοτολογεῖ καί ἀποθησαυρίζει. Δέν εἶναι ἀναγκαῖος καί περιττός. Εἶναι καλλιγραφία. Ελαφρολαϊκός, γιά νά χρησιμοποιήσουμε τόν ὅρο πού κυκλοφορεῖ γιά τή νοθευμένη ἔντεχνη λαϊκή μίμηση στή μουσική. (Κώστας Γεωργουσόπουλος, Κλειδιά και κώδικες θεάτρου, τομ. 1, 1984, σελ. 121)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καλλιγραφία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course