Meaning of καλλιέργεια | Babel Free
ka.liˈeɾ.ʝi.aΟρισμοί
- η φύτευση, το πότισμα και η γενική φροντίδα φυτών, συνήθως για ανθρώπινη χρήση, ώστε να ευδοκιμούν
- τόπος στον οποίον συστηματικά καλλιεργούνται φυτά
-
ενθάρρυνση και υποστήριξη της ανάπτυξης μιας ικανότητας, δεξιότητας, πρακτικής κλπ figuratively
-
η δημιουργία συνθηκών, η λήψη των κατάλληλων μέτρων για την ανάπτυξη κάποιου πράγματος broadly
Ισοδύναμα
English
culture
Παραδείγματα
“κυττάρων μέσα καλλιέργειας”
cell culture media
“Η καλλιέργεια των καλύτερων διεθνών σχέσεων”
the cultivation of better international relations
“Ένας σκοπός του μαθήματος είναι η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης.”
One aim of this course is the cultivation of critical thought.
“οι περισσότεροι αγρότες της περιοχής ασχολούνται με την καλλιέργεια της ροδακινιάς”
“το κλίμα κάνει τον τόπο ιδανικό για τις ορεινές καλλιέργειες”
“ένας σκοπός του μαθήματος είναι η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης”
“※ Η μουσική μου καλλιέργεια ξεκίνησε μ' αυτούς τους ήχους στ' αυτιά μου. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)”
“η καλλιέργεια καλύτερων σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.