Meaning of καλικάντζαρος | Babel Free
/ka.liˈkan.d͡za.ɾos/Ορισμοί
- ανδρικό όνομα
- φανταστικός δαίμονας που θεωρείται ότι βγαίνει, ομαδικά, στην επιφάνεια της γης από τα έγκατά της τις ημέρες του Δωδεκαημέρου και προκαλεί μικροζημιές
-
δύσμορφος και ενοχλητικός άνθρωπος figuratively
Παραδείγματα
“Ποιος έσπασε το πιάτο; Πρέπει να ’ταν ο καλικάντζαρος, ε;”
Who broke this plate? It must have been a gremlin, eh?
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.