Meaning of κακόηχος | Babel Free
/kaˈko.i.xos/Ορισμοί
- που δεν ακούγεται ευχάριστα (παράφωνος, με παράσιτα, συριγμούς κ.λπ.)
- με δυσάρεστο άκουσμα του συνδυασμού των φθόγγων, ή λέξη που δεν ανήκει στο αποδεκτό λεξιλόγιο κάποιου
- που ηχητικά παραπέμπει σε βρισιά (π.χ. πού στην ευχή;)
- μη αποδεκτά διαστήματα (σε μελωδία ή σε συγχορδία) σύμφωνα με τη μουσική αισθητική μιας εποχής και τους κανόνες της, θεωρώντας τα άσχημα
Παραδείγματα
“※ Βούθουλας. Κακόηχη της φαινότανε η λέξη. (Δημήτρης Ψαθάς (1939) Μαντάμ Σουσού [μυθιστόρημα])”
“Στην αρχαιότητα και τον μεσαίωνα, τα διαστήματα τρίτης θεωρούνταν κακόηχα και χαρακτηρίζοναντ ως διάφωνα, ενώ οι πέμπτες και οι οκτάβες, καλόηχες και τα μόνα σύμφωνα διαστήματα. Αντίθετα, στη νεότερη δυτική μουσική οι παράλληλες πέμπτες απαγορεύονταν ως κακόηχες και τα διαστήματα τρίτης θεωρούνται καλόηχα και σύμφωνα.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.