Meaning of κακέμφατος | Babel Free
Ορισμοί
-
κακόηχος formal
-
που έχει «αισχρή» σημασία, που δεν προξενεί καλή εντύπωση formal
Παραδείγματα
“※ Δεν ήταν όμως μόνον αυτός ο ηθικοπολιτικός λόγος που εμπόδισε τον λογιστή μας (ή τον βουλευτή μας) να γράψει «πισίνες». Ήταν κι εκείνη η δύσχρηστη ή και κακέμφατη γενική πληθυντικού της λέξης. (Πόθεν έρχεσαι…, εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 22/09/2010 http://www.kathimerini.gr/721901)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.