Meaning of καθιδρύσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος καθιδρύω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθιδρύω
- θα καθιδρύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καθιδρύω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.