HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καθαρεύουσα | Babel Free

Noun feminine CEFR C1
/ka.θaˈɾe.vu.sa/

Ορισμοί

λόγια τεχνητή μορφή της νέας ελληνικής γλώσσας, μείγμα αρχαίων, αρχαϊστικών και νεότερων μορφών που ήταν η επίσημη γλώσσα του ελληνικού κράτους μέχρι το 1976

Ισοδύναμα

English Katharevousa

Παραδείγματα

“※ 1911 Λορέντζος Μαβίλης”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καθαρεύουσα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course