Meaning of κάττος | Babel Free
Ορισμοί
- γάτος, αρσενικό του κάττα στα ιδιώματα των περιοχών:
- ανδρικό επώνυμο
Παραδείγματα
“κάτος με προφορά ΔΦΑ : /ˈkatos/: Άνδρος, Πόντος, Προποντίδα”
“με προφορά διπλού συμφώνου 'κάτ-τ-ος' ΔΦΑ : /ˈkatːos/: Εύβοια, Κύπρος”
“με προφορά 'κάτθος' ΔΦΑ : /ˈkattʰos/: Σύμη”
“και αλλού”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.