Meaning of κάργας | Babel Free
/ˈkaɾ.ɣas/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
-
ψευτοπαλικαράς, παλικαράς που κάνει τον σπουδαίο, τον νταή ironic
- γενική ενικού του κάργα
Παραδείγματα
“μας κάνει τον κάργα, πολύ τον κάργα μάς κάνει (έκφραση)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.