Meaning of κάνω ζάφτι | Babel Free
/ˈkano ˈzafti/Ορισμοί
υποτάσσω, ελέγχω, δαμάζω, επιβάλλομαι
Παραδείγματα
“※ Πάλευε με τα όλα της η Κλειώ, γιατί, αν και τον Αντώνη τον έκανε εύκολα ζάφτι, τον Γιάννη όμως δύσκολα τον έβαζε κάτω και ήταν κατακόκκινη και η ξανθή πλεξούδα της είχε ξεφτίσει και το φόρεμα της ήταν τσαλακωμένο.”
“※ Φέρτε ρακί και τσικουδιά να το πίνω, να με πίνει να κάνω ζάφτι την καρδιά που απ’ αγάπη σβήνει να το πίνω, να με πίνει.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.