κάνω ζάφτι
Ορισμοί
υποτάσσω, ελέγχω, δαμάζω, επιβάλλομαι
Παραδείγματα
“※ Πάλευε με τα όλα της η Κλειώ, γιατί, αν και τον Αντώνη τον έκανε εύκολα ζάφτι, τον Γιάννη όμως δύσκολα τον έβαζε κάτω και ήταν κατακόκκινη και η ξανθή πλεξούδα της είχε ξεφτίσει και το φόρεμα της ήταν τσαλακωμένο.”
“※ Φέρτε ρακί και τσικουδιά να το πίνω, να με πίνει να κάνω ζάφτι την καρδιά που απ’ αγάπη σβήνει να το πίνω, να με πίνει.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free