Meaning of κάλφας | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
-
ο βοηθός του μάστορα, ο οποίος είναι ιεραρχικά πιο πάνω από τον μαθητευόμενο (που λέγεται τσιράκι από το επίσης Τουρκικό çιrak, ή και παραγιός). Ο κάλφας αποτελεί τον διάδοχο του μάστορα, του ολοκληρωμένου τεχνίτη δηλαδή, στα πλαίσια της συντεχνίας. dated
-
ο παραγιός, ο μαθητευόμενος dated
-
ο μάστορας dated
Παραδείγματα
“※ Ελεύθερος και δούλος, πατρίκιος και πληβείος, βαρόνος και δουλοπάροικος, μάστορας και κάλφας, με μια λέξη, καταπιεστής και καταπιεζόμενος, βρίσκονταν σε ακατάπαυστη αντίθεση μεταξύ τους, έκαναν αδιάκοπο αγώνα, πότε καλυμμένο, πότε ανοιχτό (Καρλ Μαρξ - Φρ. Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος/Κεφάλαιο 1: Αστοί και Προλετάριοι)”
“※ Ο Βάνκας Ζούκοφ, ένα παιδάκι εννιά χρονώ, δουλεύει εδώ και τρεις μήνες κάλφας στο τσαγκαράδικο του Αλιάχιν. (Άντον Τσέχοφ, Ο Βάνκας)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.