Meaning of κάθισα | Babel Free
/ˈka.θi.sa/Ορισμοί
- α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του καθίζω
- α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του κάθομαι
Παραδείγματα
“Τον κάθισα στο σκαμνί.”
“Κάθισα αναπαυτικά στον καναπέ.”
“άλλες μορφές: έκατσα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.