Meaning of ιχνηθέτης | Babel Free
/i.xniˈθe.tis/Ορισμοί
λόγια μορφή του ιχνοθέτης: ουσία που εισάγεται σε κάποιο σύστημα λειτουργώντας ως ίχνος ώστε μ' αυτό να ανιχνεύονται, να ιχνηλατούνται, να παρακολουθούνται οι διαδικασίες που συμβαίνουν στο σύστημα
formal
Παραδείγματα
“※ χρήση ραδιοϊσότοπων ως ιχνηθετών (ιχνηθετ- Σώματα Κειμένων @greek-language.gr)”
“※ Η μέθοδος του αέριου ιχνηθέτη παρέχει υπολογισμό της αεροστεγανότητας ενός κτιρίου με μεγαλύτερη ακρίβεια από τη μέθοδο υπερπίεσης/υποπίεσης του χώρου με τη χρήση ανεμιστήρα και σε συνήθεις διαφορικές πιέσεις. Ωστόσο, η δεύτερη είναι πιο διαδεδομένη, καθώς το κόστος εφαρμογής της μεθόδου του αέριου ιχνηθέτη είναι σημαντικά μεγαλύτερο και η εφαρμογή της απαιτεί εξειδικευμένο προσωπικό.”
“※ Μια ενδιαφέρουσα ομάδα ιχνηθετών για την ανάλυση DNA αποτελείται από ένζυμα που έχουν απομονωθεί από διάφορα βιολογικά συστήματα και εκπέμπουν φως με τα κατάλληλα χρωμογόνα, φθορισμογόνα και χημειοφωταυγειογόνα υποστρώματα. Η χρήση των τελευταίων επιτρέπει την αύξηση της ευαισθησίας στην ανίχνευση των επιθυμητών μορίων, καθιστώντας την εκπεμπόμενη βιοφωταύγεια ισχυρό αναλυτικό εργαλείο.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.