Meaning of ιχθυοπαραγωγή | Babel Free
/i.xθi.o.pa.ɾa.ɣoˈʝi/Ορισμοί
η παραγωγή ψαριών μια περιοχής και το σύνολο των ιχθύων που διατίθενται στο εμπόριο
Παραδείγματα
“Η λίμνη Κάρλα με την πλούσια ιχθυοπαραγωγή υπήρξε χώρος πολιτιστικής εξέλιξης και ανάπτυξης ενός μοναδικού τρόπου ζωής των ανθρώπων που ασχολούνταν με την αλιεία. (*)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.