Meaning of ιταλόφωνος | Babel Free
Ορισμοί
- αυτός που έχει ως μητρική γλώσσα τα ιταλικά
- αυτός που μιλά ιταλικά, που τα ιταλικά έχουν καθιερωθεί ως επίσημη γλώσσα
Ισοδύναμα
English
Italophone
Παραδείγματα
“ιταλόφωνοι πληθυσμοί”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.