Meaning of ισχυροποιηθώ | Babel Free
Ορισμοί
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισχυροποιούμαι
- θα ισχυροποιηθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ισχυροποιούμαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.