HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ιστιούχος | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. αυτός που κατέχει ή φέρει πανί (γενικά).
  2. : το σχοινί που φέρεται τεντωμένο κατά μήκος της κεραίας ή αντένας, (της οριζόντιας δοκού), του ιστού (ή καταρτιού) από το οποίο φέρεται το ιστίο (πανί).

Παραδείγματα

“ο ιστιούχος είναι ένα από τα βασικά σχοινιά της εξαρτίας του ιστιοφόρου, στις πολύ υψηλά αντένες αντί σχοινί είναι μεταλλική βέργα.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ιστιούχος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course