Meaning of ισοχρονισμός | Babel Free
/i.so.xɾo.niˈzmos/Ορισμοί
- η πραγματοποίηση διαδικασιών σε ίσα χρονικά διαστήματα
- η ρυθμική κατάτμηση της γλώσσας σε κομμάτια ίσης διάρκειας
- συνώνυμο του συγχρονισμός
Παραδείγματα
“(φυσική) ισοχρονισμός ταλαντώσεων του εκκρεμούς”
“Ο ισοχρονισμός βραχέων και μακρών φωνηέντων στην ελληνική γλώσσα ολοκληρώθηκε ως το τέλος της ελληνιστικής περιόδου.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.