Meaning of ισοφαρίσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ισοφαρίζω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ισοφαρίζω
- θα ισοφαρίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ισοφαρίζω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.