HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ινσουλίνη

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
in.suˈli.ni

Ορισμοί

  1. ορμόνη που ρυθμίζει τον μεταβολισμό των υδρογονανθράκων
  2. κυρίαρχο φάρμακο της κατηγορίας των αντιδιαβητικών, το οποίο και διακρίνεται σε βραχείας, ενδιάμεσης και παρατεταμένης δράσης

Ισοδύναμα

EnglishInsulin
Españolinsulina
Françaisinsuline
31 more languages
Catalàinsulina
Češtinainzulín
DeutschInsulin
Esperantoinsulino
فارسیانسولین
Magyarinzulin
Italianoinsulina
ქართულიინსულინი
Қазақ тіліинсулин
ភាសាខ្មែរអាំងស៊ុយលីន
한국어인슐린
Македонскиинсулин
Nederlandsinsuline
Polskiinsulina
Portuguêsinsulina
Românăinsulină
Русскийинсулин
Slovenčinainzulín
Svenskainsulin
Türkçeinsülin
Українськаінсулін
中文胰島素
繁體中文胰島素

Παραδείγματα

“Η ινσουλίνη ρυθμίζει το σάκχαρο στο αίμα.”

Insulin regulates the sugar in the blood.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ινσουλίνη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free