Meaning of ινσουλίνη | Babel Free
/in.suˈli.ni/Ορισμοί
- ορμόνη που ρυθμίζει τον μεταβολισμό των υδρογονανθράκων
- κυρίαρχο φάρμακο της κατηγορίας των αντιδιαβητικών, το οποίο και διακρίνεται σε βραχείας, ενδιάμεσης και παρατεταμένης δράσης
Ισοδύναμα
English
Insulin
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.