Ινδιάνος
Ορισμοί
-
ο Ινδιάνος adjective
- γάλος, αρσενική γαλοπούλα
-
ο γηγενής της αμερικανικής ηπείρου informal
Παραδείγματα
“Ο ινδιάνος ήρωας της ταινίας λεγόταν «Μαύρο Άλογο».”
“※ — Ποῖος εἶναι ἐπὶ τῆς ἐφοδιοπομπίας; Ἠρώτησε πάλιν ἡ ἀρχηγίνα. — Ἐγώ, εἶπεν ἐρυθρόδερμον παιδίον. Ἦτο νεαρὸς Ἰνδιᾶνος, ὅστις ὡδήγει τρεῖς «πόννυς», δηλαδὴ μικροσκοπικὰ ἀλογάκια. … Τὰς ὀλίγας ὥρας τῆς νυκτός, ὅτε οἱ ἄνδρες ἐκοιμῶντο, ἡ ἀρχηγίνα βοηθουμένη ὑπὸ τοῦ ἀΰπνου μικροῦ Ἰνδιάνου παρεσκεύαζε βουνὰ ἀπὸ τηγανίτας (pan cakes) καὶ «χόμιν» (ἰνδιάνικον νομίζω γλύκισμα, εἶδος τραχανᾶ ἐξ ἀραβοσίτου μὲ φασόλια), ὥστε τὸ πρωῒ οἱ ἄνδρες εὕρισκαν ἕτοιμον λουκούλειον πρόγευμα.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free