Meaning of Ινδιάνος | Babel Free
/in.ðiˈa.nos/Ορισμοί
-
ο Ινδιάνος adjective
- γάλος, αρσενική γαλοπούλα
-
ο γηγενής της αμερικανικής ηπείρου informal
Ισοδύναμα
English
Indian
Παραδείγματα
“Ο ινδιάνος ήρωας της ταινίας λεγόταν «Μαύρο Άλογο».”
“※ — Ποῖος εἶναι ἐπὶ τῆς ἐφοδιοπομπίας; Ἠρώτησε πάλιν ἡ ἀρχηγίνα. — Ἐγώ, εἶπεν ἐρυθρόδερμον παιδίον. Ἦτο νεαρὸς Ἰνδιᾶνος, ὅστις ὡδήγει τρεῖς «πόννυς», δηλαδὴ μικροσκοπικὰ ἀλογάκια. … Τὰς ὀλίγας ὥρας τῆς νυκτός, ὅτε οἱ ἄνδρες ἐκοιμῶντο, ἡ ἀρχηγίνα βοηθουμένη ὑπὸ τοῦ ἀΰπνου μικροῦ Ἰνδιάνου παρεσκεύαζε βουνὰ ἀπὸ τηγανίτας (pan cakes) καὶ «χόμιν» (ἰνδιάνικον νομίζω γλύκισμα, εἶδος τραχανᾶ ἐξ ἀραβοσίτου μὲ φασόλια), ὥστε τὸ πρωῒ οἱ ἄνδρες εὕρισκαν ἕτοιμον λουκούλειον πρόγευμα.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.