HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ιμπεριαλισμός | Babel Free

Noun masculine CEFR C1
/im.be.ɾi.a.liˈzmos/

Ορισμοί

η κατακτητική και επεκτατική πολιτική ενός κράτους είτε με στρατιωτικά μέσα, είτε με οικονομικά

Ισοδύναμα

English Imperialism

Παραδείγματα

“※ Ο Χότζα με κάθε ευκαιρία ενίσχυε την αφοσίωση στη ΕΣΣΔ, καταδικάζοντας τον μέχρι τώρα εχθρό, τον τιτοϊσμό. «Να καταπολεμείται ο τιτοϊσμός ως η πιο επικίνδυνη κλίκα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού ενάντια στη Σοβιετική Ένωση και τις λαϊκές δημοκρατίες (Γκίνη Ελένη, «Ο πολιτικός λόγος του Ενβέρ Χότζα και η ιδιοτυπία του αλβανικού σοσιαλισμού», Πρωτεύουσα μεταπτυχιακή εργασία, ΑΠΘ, Φιλοσοφική Σχολή, Θεσσαλονίκη 2012 https://ikee.lib.auth.gr/record/132299/files/GRI-2013-10831.pdf)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ιμπεριαλισμός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course