Meaning of ικανοποιημένων | Babel Free
/i.ka.no.pi.i.ˈme.non/Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ικανοποιημένος genitive, masculine, plural
-
γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ικανοποιημένος feminine, genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ικανοποιημένος genitive, neuter, plural
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.