HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ιερολογιότατος | Babel Free

Noun CEFR C2

Ορισμοί

  1. προσαγόρευση ιεροδιακόνου
  2. ασχολούμενος με θεολογικά ζητήματα και τη μελέτη τους
    general

Παραδείγματα

“※ Πρόκειται για την αποτύπωση του υμνογραφικού πλούτου της εν λόγω Μητροπόλεως, τον οποίον συγκέντρωσε, επιμελήθηκε και μάς παρουσίασε ο εγκρατής περί τα γράμματα και το υμνογράφειν ιερολογιότατος Διάκονος ...”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ιερολογιότατος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course