Meaning of ιδιωματισμός | Babel Free
/i.ði.o.ma.tiˈzmos/Ορισμοί
- κάθε γλωσσικό στοιχείο ή φαινόμενο που απαντά σε τοπικά ιδιώματα ή διαλέκτους και αποκλίνει από την κοινή μορφή μιας γλώσσας
- συνώνυμο του ιδιωτισμός, στερεότυπη φράση ή έκφραση
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“κρητικός/πελοποννησιακός ιδιωματισμός”
“τοπικοί ιδιωματισμοί”
“≈ συνώνυμα: ιδιωματική έκφραση”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.