Meaning of ιδιοπαραγώμενων | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ιδιοπαραγώμενος genitive, masculine, plural
-
γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ιδιοπαραγώμενος feminine, genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ιδιοπαραγώμενος genitive, neuter, plural
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.