Meaning of ιατροφαρμακευτικών | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού του ιατροφαρμακευτικός genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του ιατροφαρμακευτική genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του ιατροφαρμακευτικό genitive, plural
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.