Meaning of θυρόφυλλο | Babel Free
Ορισμοί
το καθένα από τα φύλλα μιας πόρτας, δηλαδή τα τμήματά της που κινούνται και ανοιγοκλείνουν
Παραδείγματα
“έκλεισε τα θυρόφυλλα για να μη μπαίνει ο ήλιος”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.