Meaning of θρυμματίσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος θρυμματίζω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρυμματίζω
- θα θρυμματίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θρυμματίζω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.