Meaning of θρονιαστείς | Babel Free
Ορισμοί
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος θρονιάζομαι
- θα θρονιαστείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος θρονιάζομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.