Meaning of θρομβολυτικός | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει σχέση με τη θρομβόλυση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή
- θρομβολυτικό: φάρμακο που έχει σχέση με τη θρομβόλυση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ’ αυτή
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.