Meaning of θρεψερός | Babel Free
/θɾe.pseˈɾos/Ορισμοί
- γόνιμος, με μεγάλη απόδοση
- παχύς, καλοθρεμμένος
Παραδείγματα
“※ Χίλιες φορές το είπανε οι Αθαλασσίτες, να ξενητευτούν … να χτίσουνε χωριό καινούργιο, σε τόπο πιο φυλαγμένο, σε πιο θρεψερά χώματα.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.