HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of θορυβώδης | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Specialized
/θo.riˈvo.ðis/

Ορισμοί

  1. που έχει θόρυβο
  2. που προκαλεί θόρυβο

Ισοδύναμα

English loud

Παραδείγματα

“η αίθουσα στο βάθος ήταν πολύ θορυβώδης”
“※ Μάταια ο απισχνασμένος νέος που αντικρίζει από τα κάγκελα του παραθύρου τη θορυβώδη βοή της Μεσογείων ψάχνει για πιο παλιές αναμνήσεις, για κάποιες ανέμελες στιγμές χαραγμένες ανεξίτηλα σε παιδικά πάρτυ, για ενσταντανέ παιχνιδιάρικης επάρκειας.”
“(κυριολεκτικά) φυσικό θόρυβο, ήχους μπερδεμένους και κάποιας έντασης”
“(μεταφορικά) εκτεταμένη συζήτηση”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See θορυβώδης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course