Meaning of θορυβώδης | Babel Free
/θo.riˈvo.ðis/Ορισμοί
- που έχει θόρυβο
- που προκαλεί θόρυβο
Ισοδύναμα
English
loud
Παραδείγματα
“η αίθουσα στο βάθος ήταν πολύ θορυβώδης”
“※ Μάταια ο απισχνασμένος νέος που αντικρίζει από τα κάγκελα του παραθύρου τη θορυβώδη βοή της Μεσογείων ψάχνει για πιο παλιές αναμνήσεις, για κάποιες ανέμελες στιγμές χαραγμένες ανεξίτηλα σε παιδικά πάρτυ, για ενσταντανέ παιχνιδιάρικης επάρκειας.”
“(κυριολεκτικά) φυσικό θόρυβο, ήχους μπερδεμένους και κάποιας έντασης”
“(μεταφορικά) εκτεταμένη συζήτηση”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.