Meaning of θηραϊκή γη | Babel Free
/θiɾaiˈci ˈʝi/Ορισμοί
είδος χώματος, φυσική ποζολάνη ηφαιστειογενούς προέλευσης, που χρησιμοποιείται κυρίως ως μονωτικό υλικό· στην Ελλάδα υπάρχει στη Θήρα (τη Σαντορίνη), στην Ιταλία, στον Βεζούβιο
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.