Meaning of θηλυπρεπής | Babel Free
/[thilipreˈpis]/Ορισμοί
- χαρακτηρισμός για άντρα που φέρεται, κινείται, μιλάει με γυναικείο τρόπο
- χαρακτηρισμός για συμπεριφορά, κίνηση, ομιλία που μοιάζει με γυναικεία
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.