Meaning of θεωρηθείς | Babel Free
/θe.o.ɾi.θis/Ορισμοί
-
που τον έχουν επικυρώσει formal
- β΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου παθητικής φωνής του θεωρώ
-
που τον θεωρούν, που του αποδίδουν κάποια ιδιθότητα formal
Παραδείγματα
“Από την 1η Ιανουαρίου 1998 παύουν να ισχύουν και λογίζονται ως ουδέποτε θεωρηθέντα, τα δελτία αποστολής και τα τιμολόγια...”
“Η περιοχή έχει περιληφθεί από τις ισπανικές αρχές στο Δίκτυο Φύση 2000, θεωρηθείσα ως περιοχή αντιπροσωπευτική για ...”
“Ολοι συνέδεσαν αμέσως τη λέξη Γουδί με την εκτέλεση των 'Eξη, θεωρηθέντων τότε υπευθύνων της Μικρασιατικής Καταστροφής”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.